γεφυροποιός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γεφυροποιός γεφυροποιοί
γενική γεφυροποιού γεφυροποιών
αιτιατική γεφυροποιό γεφυροποιούς
κλητική γεφυροποιέ γεφυροποιοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γεφυροποιός < ελληνιστική κοινή γεφυροποιός < αρχαία ελληνική γέφυρα + -ποιός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γεφυροποιός αρσενικό

  1. (κυριολεκτικά) αυτός (αρχιτέκτονας, μηχανικός, τεχνίτης κ.λπ.) που κατασκευάζει γέφυρες
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: (λαϊκότροπο) γεφυράς, γεφυρωτής, (παρωχημένο) κιοπρουλής
  2. (μεταφορικά) αυτός που αποπειράται να συμβιβάσει δύο ή περισσότερες πλευρές που διαφωνούν μεταξύ τους, και να τους φέρει σε επαφή και επικοινωνία
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: γεφυρωτής, συμφιλιωτής, ειρηνοποιός, διαμεσολαβητής
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: διασπαστής

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική γεφυροποιός γεφυροποιώ γεφυροποιοί
Γενική γεφυροποιοῦ γεφυροποιοῖν γεφυροποιῶν
Δοτική γεφυροποι γεφυροποιοῖν γεφυροποιοῖς
Αιτιατική γεφυροποιόν γεφυροποιώ γεφυροποιούς
Κλητική γεφυροποιέ γεφυροποιώ γεφυροποιοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γεφυροποιός < γέφυρα + -ποιός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γεφυροποιός αρσενικό

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]