γεφυρόω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γεφυρόω < γέφυρα

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

γεφυρόω-γεφυρῶ

  • γεφυρώνω, συνδέω με γέφυρα κυριολεκτικά ή δημιουργώ διάβαση με οποιοδήποτε τρόπο (γέφυρα με πλοία στο Βόσπορο, χώμα σε ποταμούς κ.λπ.)


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]