γεωμετρικός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- γεωμετρικός < αρχαία ελληνική γεωμετρικός (σχετικός με την επιστήμη της γεωμετρίας αλλά και με τη μέτρηση χώρων ειδικότερα)
Επίθετο
[επεξεργασία]γεωμετρικός, -ή, -ό
- σχετικός με τη γεωμετρία
- ※ Οἱ περισσότερες ὅμως χάντρες εἶναι καμωμένες ἀπό γιαλί καί ἀνήκουν στά γεωμετρικά χρόνια καί τόν 7ο αἰ. (Λυδία Παλαιοκρασσά, Το ιερό της Αρτέμιδας Μουνιχίας, 1983, σελ. 85)