Μετάβαση στο περιεχόμενο

γεωπάρκο

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το γεωπάρκο τα γεωπάρκα
      γενική του γεωπάρκου των γεωπάρκων
    αιτιατική το γεωπάρκο τα γεωπάρκα
     κλητική γεωπάρκο γεωπάρκα
Κατηγορία όπως «πεύκο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
γεωπάρκο (νεολογισμός) < (απόδοση για την αγγλική geopark). Μορφολογικά αναλύεται σε γεω- + πάρκο

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

γεωπάρκο ουδέτερο

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
  • γεωπάρκο - Χριστοφίδου Αναστασία, (επιμ.), Δελτίο Επιστημονικής Ορολογίας και Νεολογισμών. Ακαδημία Αθηνών. Τεύχος 9-10, έτος 2009. Διαθέσιμο pdf στο repository.academyofathens.gr
  • γεωπάρκο - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)