Μετάβαση στο περιεχόμενο

γεωπεριβάλλον

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το γεωπεριβάλλον τα γεωπεριβάλλοντα
      γενική του γεωπεριβάλλοντος των γεωπεριβαλλόντων
    αιτιατική το γεωπεριβάλλον τα γεωπεριβάλλοντα
     κλητική γεωπεριβάλλον γεωπεριβάλλοντα
Κατηγορία όπως «μέλλον» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
γεωπεριβάλλον < γεω- + περιβάλλον (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική geoenvironment)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ʝe.o.pe.ɾiˈva.lon/
τυπογραφικός συλλαβισμός: γεωπεριβάλλον

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

γεωπεριβάλλον ουδέτερο

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
  • Δελτίο Επιστημονικής Ορολογίας και Νεολογισμών. Ακαδημία Αθηνών. Τεύχος 11, έτος 2012, ISSN: 11068027. Διαθέσιμο pdf στο repository.academyofathens.gr
  • γεωπεριβάλλον - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)