γεωργία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : Γεωργία

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γεωργία γεωργίες
γενική γεωργίας γεωργιών
αιτιατική γεωργία γεωργίες
κλητική γεωργία γεωργίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

γεωργία < αρχαία ελληνική γεωργία < γεωργός < γῆ + ἔργον

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

γεωργία θηλυκό

  1. το σύνολο των εργασιών που αφορούν στην καλλιέργεια φυτών με σκοπό την παραγωγή τροφίμων ή άλλων αγαθών
    η γεωργία, όπως και η κτηνοτροφία και η αλιεία ανήκουν στον πρωτογενή τομέα της οικονομίας

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]