γεωργός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γεωργός γεωργοί
γενική γεωργού γεωργών
αιτιατική γεωργό γεωργούς
κλητική γεωργέ γεωργοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γεωργός < αρχαία ελληνική γεωργός < γεω- (γῆ) + ἔργον

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ʝɛ.ɔɾ.ˈɣɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γεωργός αρσενικό

  1. αυτός που ζει καλλιεργώντας τη γη

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]