γεωυλικό
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | γεωυλικό | τα | γεωυλικά |
| γενική | του | γεωυλικού | των | γεωυλικών |
| αιτιατική | το | γεωυλικό | τα | γεωυλικά |
| κλητική | γεωυλικό | γεωυλικά | ||
| Κατηγορία όπως «βουνό» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- γεωυλικό < γεω- + υλικό ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική geomaterial)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]γεωυλικό ουδέτερο
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] γεωυλικό
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'βουνό' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα γεω- (νέα ελληνικά)
- Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Γεωλογία (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)