γεώλοφος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γεώλοφος < γῆ και λόφος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γεώλοφος αρσενικό ( & γήλοφος)

  • λοφίσκος από χώμα