γεώμορο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική γεώμορο
γενική γεωμόρου
αιτιατική γεώμορο
κλητική γεώμορο

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γεώμορο < μεσαιωνική ελληνική γεώμορον, ουσιαστικοποιημένο επίθετο από την ελληνιστική κοινή γεωμόρος (επίθετο: που οργώνει τη γη), από την αρχαία ελληνική γεωμόρος (ουσιαστικό: που έχει μερίδιο γης) [1]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γεώμορο ουδέτερο

  • η ποσότητα, το μερτικό που δίνει ο καλλιεργητής της γης στον ιδιοκτήτη της

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

  1. γεώμορο στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος "Τριανταφυλλίδη". Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.