γεώτοπος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γεώτοπος γεώτοποι
γενική γεωτόπου
& γεώτοπου
γεωτόπων
& γεώτοπων
αιτιατική γεώτοπο γεωτόπους
& γεώτοπους
κλητική γεώτοπε γεώτοποι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γεώτοπος < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική geotope < αρχαία ελληνική γῆ + τόπος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɣε.ˈɔ.tɔ.pɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γεώτοπος αρσενικό

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

  • γεωπάρκο
  • Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. , λήμμα: γεώτοπος

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]