γιάπης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γιάπης γιάπηδες
γενική γιάπη γιάπηδων
αιτιατική γιάπη γιάπηδες
κλητική γιάπη γιάπηδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γιάπης < αγγλική yuppie < ακρωνύμιο του "young urban professional"

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γιάπης αρσενικό

  • τεχνοκράτης, συνήθως νεαρής ηλικίας με καλοπληρωμένη δουλειά και τρόπο ζωής που χαρακτηρίζεται από υπερκατανάλωση
  • Χαρακτηρισμός, χρησιμοποιείται,βέβαια, και με αρνητική σημασία χαρακτηρίζοντας ανθρώπους που προβάλλουν συνεχώς την υψηλή οικονομική τους κατάσταση, και οι οποίοι στηρίζουν ολόκληρη τη φιλοσοφία της ζωής τους στον υλισμό και τον καταναλωτισμό.


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]