γιάφκα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η γιάφκα οι γιάφκες
      γενική της γιάφκας των γιαφκών
    αιτιατική τη γιάφκα τις γιάφκες
     κλητική γιάφκα γιάφκες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

γιάφκα < (άμεσο δάνειο) ρωσική явка (jávka)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γιάφκα θηλυκό

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]