Μετάβαση στο περιεχόμενο

γιέσμαν

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
γιέσμαν < αγγλική yes man < yes + man

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

γιέσμαν αρσενικό άκλιτο

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]