γιακουτικός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- γιακουτικός < Γιακουτία
Επίθετο
[επεξεργασία]γιακουτικός, -ή, -ό
- σχετικός με έναν τουρκο-μογγολικό λαό, τη γλώσσα του (γιακουτικά) και τον πολιτισμό του
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] γιακουτικός
|
→ δείτε τη λέξη γιακουτικά |