γιαλαντζί

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

γιαλαντζί < τουρκική yalancı

Επίθετο[επεξεργασία]

γιαλαντζί άκλιτο

  1. ψεύτικος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Επίρρημα[επεξεργασία]

γιαλαντζί

  1. ψεύτικα