γιαπράκι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γιαπράκι γιαπράκια
γενική γιαπρακιού γιαπρακιών
αιτιατική γιαπράκι γιαπράκια
κλητική γιαπράκι γιαπράκια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γιαπράκι < τουρκική yaprak (φύλλο φυτού)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γιαπράκι ουδέτερο

  1. ντολμαδάκι (αμπελόφυλλο τυλιγμένο και γεμισμένο με κιμά)

Δείτε επίσης[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]