γιαρ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

γιαρ < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γιαρ ουδέτερο

  1. (ποντιακά), αγαπημένος - αγαπημένη

Συνώνυμα[επεξεργασία]