Μετάβαση στο περιεχόμενο

γιαραμπής

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο γιαραμπής οι γιαραμπήδες
      γενική του γιαραμπή των γιαραμπήδων
    αιτιατική τον γιαραμπή τους γιαραμπήδες
     κλητική γιαραμπή γιαραμπήδες
Κατηγορία όπως «μπαλωματής» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
γιαραμπής < τουρκική ya Rabbi (ω Θεέ μου)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

γιαραμπής αρσενικό

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]