γιαρμάς
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | γιαρμάς | οι | γιαρμάδες |
| γενική | του | γιαρμά | των | γιαρμάδων |
| αιτιατική | τον | γιαρμά | τους | γιαρμάδες |
| κλητική | γιαρμά | γιαρμάδες | ||
| Κατηγορία όπως «ψαράς» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]γιαρμάς αρσενικό
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] γιαρμάς