γιατρέσα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γιατρέσα γιατρέσες
γενική γιατρέσας
αιτιατική γιατρέσα γιατρέσες
κλητική γιατρέσα γιατρέσες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γιατρέσα < γιατρός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γιατρέσα θηλυκό

  1. (παρωχημένο) και (λαϊκότροπο) για τη γυναίκα ιατρό, η γιατρός


Noia 64 apps xeyes.png Δείτε το λήμμα: γιατρός, ιατρός

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]