γιατρεύω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

γιατρεύω < αρχαία ελληνική ἰατρεύω

Ρήμα[επεξεργασία]

γιατρεύω

  1. βοηθώ έναν ασθενή ως γιατρός ή ως γνώστης του προβλήματος και της λύσης του, συμβάλλω στο να αποκατασταθεί η υγεία του
  2. (μεταφορικά) βοηθώ κάποιον να επουλώσει ένα ψυχικό τραύμα, μια συναισθηματική πληγή

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]