γιατροσόφι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γιατροσόφι γιατροσόφια
γενική γιατροσοφιού γιατροσοφιών
αιτιατική γιατροσόφι γιατροσόφια
κλητική γιατροσόφι γιατροσόφια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γιατροσόφι < μεσαιωνική ελληνική ἰατροσόφιον

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γιατροσόφι ουδέτερο

  • πρακτική θεραπεία αμφίβολης επιστημονικής εγκυρότητας
    • (μεταφορικά) αμφίβολης απόδοσης προσέγγιση επίλυσης προβλήματος, -ημάτων


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]