Μετάβαση στο περιεχόμενο

γιαχνί

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
Πατάτες γιαχνί.

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
γιαχνί < (άμεσο δάνειο) τουρκική yahni < περσική يخنى (yahnī)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

γιαχνί ουδέτερο άκλιτο

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]