γιαχνιστός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]γιαχνιστός
- (γαστρονομία) που μαγειρεύτηκε γιαχνί
Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη γιαχνί
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] γιαχνιστός
|
|