γιγνώσκω
Εμφάνιση
έτσι ώστε να υπάρχει ομοιομορφία με τις υπόλοιπες σελίδες. Παρακαλούμε βγάλτε αυτή την ετικέτα εάν θεωρείτε ότι η μορφή της σελίδας ταιριάζει με τα στάνταρντ του Βικιλεξικού. |
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| Αρχικοί χρόνοι |
Φωνή Eνεργητική |
Φωνή Μέση & Παθητική |
|---|---|---|
| Ενεστώτας | γιγνώσκω | γιγνώσκομαι |
| Παρατατικός | ἐγίγνωσκον | ἐγιγνωσκόμην |
| Μέλλοντας | γνώσομαι | γνωσθήσομαι |
| Αόριστος | ἔγνων | ἐγνώσθην |
| Παρακείμενος | ἔγνωκα | ἔγνωσμαι |
| Υπερσυντέλικος | ἐγνώκειν | ἐγνώσμην |
| Συντελ.Μέλλ. |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- γιγνώσκω < (κληρονομημένο) πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ǵiǵneh₃- < εκτεταμένη-ετεροιωμένη βαθμίδα γνω- < (κληρονομημένο) πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *ǵneh₃- (ξέρω, γνωρίζω) με ενεστωτικό αναδιπλασιασμό και εναρκτικό επίθημα -σκω· το ασθενές θέμα γνο- πρόκειται για την ετεροιωμένη βαθμίδα. Ομόρριζα: γνῶσις.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /gi.gnɔ̌ː.skɔː/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : γῐ‐γνώ‐σκω
Ρήμα
[επεξεργασία]γιγνώσκω
- γνωρίζω, καταλαβαίνω
- ※ 3ος/2ος πκε αιώνας ⌘ Παλαιὰ Διαθήκη κατά την μετάφραση των Εβδομήκοντα , Γένεσις, Κεφάλαιον λη'
- εἶπε δὲ Ἰούδας τῷ Αὐνάν· εἴσελθε πρὸς τὴν γυναῖκα τοῦ ἀδελφοῦ σου καὶ ἐπιγάμβρευσαι αὐτὴν καὶ ἀνάστησον σπέρμα τῷ ἀδελφῷ σου. γνοὺς δὲ Αὐνὰν ὅτι οὐκ αὐτῷ ἔσται τὸ σπέρμα, ἐγίνετο ὅταν εἰσήρχετο πρὸς τὴν γυναῖκα τοῦ ἀδελφοῦ αὐτοῦ, ἐξέχεεν ἐπὶ τὴν γῆν τοῦ μὴ δοῦναι σπέρμα τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ
- → λείπει η μετάφραση
- εἶπε δὲ Ἰούδας τῷ Αὐνάν· εἴσελθε πρὸς τὴν γυναῖκα τοῦ ἀδελφοῦ σου καὶ ἐπιγάμβρευσαι αὐτὴν καὶ ἀνάστησον σπέρμα τῷ ἀδελφῷ σου. γνοὺς δὲ Αὐνὰν ὅτι οὐκ αὐτῷ ἔσται τὸ σπέρμα, ἐγίνετο ὅταν εἰσήρχετο πρὸς τὴν γυναῖκα τοῦ ἀδελφοῦ αὐτοῦ, ἐξέχεεν ἐπὶ τὴν γῆν τοῦ μὴ δοῦναι σπέρμα τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ
- ※ 3ος/2ος πκε αιώνας ⌘ Παλαιὰ Διαθήκη κατά την μετάφραση των Εβδομήκοντα , Γένεσις, Κεφάλαιον λη'
- θεωρώ, κρίνω, διακρίνω, αποφασίζω, ψηφίζω
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Εκφράσεις
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία] ετυμολογικό πεδίο
γνω-
γνω-
Σύνθετα
[επεξεργασία]- ἀναγιγνώσκω
- καταγιγνώσκω
- διαγιγνώσκω
- μεταγιγνώσκω
- ἐπιγιγνώσκω
- παραγιγνώσκω
- προγιγνώσκω
- συγγιγνώσκω
- αὐτογνώμων
- αὐτόγνωτος
- βαθυγνώμων
- βραχυγνώμων
- ἐγγιγνώσκω
- ἀγνοέω
- γνωμοδοτέω
- γνωμολογέω
- γνωμοτύπος
- γνωμοφλυακέω
- ἀγνώμων
- ἀγνώς
- ἄγνωτος
- διγνώμων
- ἰδιογνώμων
- δουλογνώμων
- ὑδρογνώμων
- ἡδυγνώμων
- δυσγνώμων
- δύσγνωστος
- διχογνώμων
- εὐγνώμων
- εὔγνωστος
- εὐθύγνωμος
- θεόγνωστος
- καρδιογνώστης
- καταγνοέω
- κακογνώμων
- καλογνώμων
- ὀλιγογνώμων
- λειπογνώμων
- λεπτογνώμων
- λιθογνώμων
- ὀλισθογνωμονέω
- ἀλλογνοέω
- ἀλλογνώμων
- ἀλλογνώς
- ἀλλόγνωτος
- μεγαλογνώμων
- μικρογνωμοσύνη
- μαλακογνώμων
- ὁμογνώμων
- μοιρογνωμόνιον
- μονογνώμων
- ἀμφιγνοέω
- ἀμφοτερογνώμων
- ἐναντιογνώμων
- νοσογνωμονικός
- οὐρανογνώμων
- παθογνωμονικός
- ἀπογιγνώσκω
- πολυγνώμων
- πολύγνωτος
- ἱππογνώμων
- προβατογνώμων
- προσγιγνώσκω
- πασίγνωστος
- ἀργυρογνώμων
- ὀρθογνώμων
- ἀριγνώς
- ἀρίγνωτος
- ὀρνιθογνώμων
- ὡρογνωμονέω
- ἀρτίγνωστος
- Σεβαστόγνωστος
- σκληρογνώμων
- ἰσχυρογνώμων
- ἑτερογνώμων
- τοιουτογνώμων
- φυσιογνώμων
- ἑχετογνώμονες
- ὑψηλογνώμων
Πηγές
[επεξεργασία]- γιγνώσκω - Βασικό Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής - Αρχαία Ελληνική Γλώσσα και Γραμματεία - Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2006‑2008. greek‑language.gr
- γιγνώσκω - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- γιγνώσκω - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Σελίδες για μορφοποίηση
- Κληρονομημένες λέξεις από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -σκω (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ρήματα (αρχαία ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από την Παλαιά Διαθήκη (ελληνιστική κοινή)
- Λήμματα με παραθέματα (ελληνιστική κοινή)
- Ελλείπουσες μεταφράσεις (ελληνιστική κοινή)
- Χρειάζονται παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Κεντρικά λήμματα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)