γιγνώσκω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Αρχικοί χρόνοι Ενεργητική φωνή Μέση-Παθητική φωνή
Ενεστώτας γιγνώσκω γιγνώσκομαι
Παρατατικός ἐγίγνωσκον ἐγιγνωσκόμην
Μέλλοντας γνώσομαι γνωσθήσομαι
Αόριστος ἔγνων ἐγνώσθην
Παρακείμενος ἔγνωκα ἔγνωσμαι
Υπερσυντέλικος ἐγνώκειν ἐγνώσμην
Συντελεσμένος Μέλλοντας


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γιγνώσκω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *ǵneh₃- (γνωρίζω) (θέμα γνω με ενεστωτικό αναδιπλασιασμό και πρόσφυμα σκ· με μετάπτωση, το ασθενές θέμα γνο)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

γιγνώσκω

  1. γνωρίζω, καταλαβαίνω
  2. θεωρώ, κρίνω, διακρίνω, αποφασίζω, ψηφίζω

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]