Μετάβαση στο περιεχόμενο

γιγνώσκω

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
Αρχικοί
χρόνοι
Φωνή
Eνεργητική
Φωνή
Μέση & Παθητική
Ενεστώτας  γιγνώσκω   γιγνώσκομαι 
Παρατατικός  ἐγίγνωσκον   ἐγιγνωσκόμην 
Μέλλοντας  γνώσομαι   γνωσθήσομαι 
Αόριστος  ἔγνων   ἐγνώσθην 
Παρακείμενος  ἔγνωκα   ἔγνωσμαι 
Υπερσυντέλικος  ἐγνώκειν   ἐγνώσμην 
Συντελ.Μέλλ.

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
γιγνώσκω < (κληρονομημένο) πρωτοελληνική *gignṓskō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ǵn̥h₃sḱéti < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *ǵneh₃- (ξέρω, γνωρίζω). Ο ενεστώτας γιγνώσκω σχηματίστηκε από την εκτεταμένη-ετεροιωμένη βαθμίδα γνω- με ενεστωτικό αναδιπλασιασμό και εναρκτικό επίθημα -σκω· το ασθενές θέμα γνο- πρόκειται για την ετεροιωμένη βαθμίδα της ίδιας ρίζας. Ομόρριζα: γνῶσις.[1][2] Για τον σχηματισμό παραβάλετε τιτρώσκω, διδάσκω, μιμνήσκω.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /gi.gnɔ̌ː.skɔː/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: γῐγνώσκω

γιγνώσκω (ῐ)

  1. (με αιτιατική) μαθαίνω να γνωρίζω, αντιλαμβάνομαι, κατανοώ, μαθαίνω, σημειώνω
  2. διαχωρίζω, διαφοροποιώ, διακρίνω
    1. «ὡς εὖ γιγνώσκῃς ἠμὲν θεὸν ἠδὲ καὶ ἄνδρα» να διαχωρίζεις τους θεούς από τους ανθρώπους
    2. με γενική
      1. «γνώτην ἀλλήλων» γνώριζε ο ένας την ύπαρξη του άλλου
      2. «γνῶ χωομένοιο» γνώριζε ότι ήταν θυμωμένος
    3. με μετοχή
      1. «ἔγνων μιν οἰωνὸν ἐόντα» αντιλήφθηκα ότι ήταν πτηνό ως ένδειξη οιωνού
      2. «ἔγνων ἡττημένος» ένιωσα πως είχα ηττηθεί
    4. με απαρέμφατο «ἵνα γνῷ τρέφειν» για να μπορέσει να μάθει πώς να ανατρέφει
  3. παρατηρώ, σχηματίζω γνώμη, κρίση για κατάσταση, κρίνω ή σκέπτομαι μ' αυτόν τον τρόπο στους διαλόγους «ἔγνων» καταλαβαίνω
  4. (παθητική φωνή)
    1. εκφέρομαι, διακηρύσσομαι, γίνομαι γνωστός για πρόταση, απόφαση ή κρίση
    2. κρίνω, αποφασίζω, ορίζω, εκδίδω διάταγμα με αιτιατική και απαρέμφατο

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]
 ετυμολογικό πεδίο 
γνω-, γνο- 

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]
  • Επικός αόριστος γνῶν, υποτακτική γνῶ ή γνώω (επικός), γνώομεν, γνώωσι, απαρέμφατο γνῶναι, γνώμεναι (επικός).

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. γιγνώσκω - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
  2. Πάπυρος–Λαρούς–Μπριτάννικα: Λεξικό της ελληνικής γλώσσας, αρχαίας - μεσαιωνικής - νέας, ερμηνευτικό - ετυμολογικό. Αθήνα, εκδ. Πάπυρος, 19811994, έκδοση: 2013.