γινόμενος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική γινόμενος γινόμενη/
ομένη
γινόμενο
γενική γινόμενου/
ομένου
γινόμενης/
ομένης
γινόμενου/
ομένου
αιτιατική γινόμενο γινόμενη/
ομένη
γινόμενο
κλητική γινόμενε γινόμενη/
ομένη
γινόμενο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική γινόμενοι γινόμενες γινόμενα
γενική γινόμενων/
ομένων
γινόμενων/
ομένων
γινόμενων/
ομένων
αιτιατική γινόμενους γινόμενες γινόμενα
κλητική γινόμενοι γινόμενες γινόμενα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία el[επεξεργασία]

γινόμενος < γίνομαι + -όμενος

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

  • αυτός που γίνεται