γιομάτος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | γιομάτος | η | γιομάτη | το | γιομάτο |
| γενική | του | γιομάτου | της | γιομάτης | του | γιομάτου |
| αιτιατική | τον | γιομάτο | τη | γιομάτη | το | γιομάτο |
| κλητική | γιομάτε | γιομάτη | γιομάτο | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | γιομάτοι | οι | γιομάτες | τα | γιομάτα |
| γενική | των | γιομάτων | των | γιομάτων | των | γιομάτων |
| αιτιατική | τους | γιομάτους | τις | γιομάτες | τα | γιομάτα |
| κλητική | γιομάτοι | γιομάτες | γιομάτα | |||
| Κατηγορία όπως «μεγάλος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- γιομάτος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική γιομάτος < γιομίζω < μεσαιωνικό και αρχαίο γεμίζω < γέμω
Επίθετο
[επεξεργασία]γιομάτος, -η, -ο
- (λαϊκότροπο) άλλη μορφή του γεμάτος
- ※ -Αμπέλι μου, πλατύφυλλο και καλοκλαδεμένο,
δέσε σταφύλια κόκκινα, να μπω να σε τρυγήσω,
να κάμω αθάνατο κρασί, μοσκοβολιά γιομάτο.- Κώστας Κρυστάλλης (1868-1894), Το τραγούδι του τρυγητού)
- ※ -Αμπέλι μου, πλατύφυλλο και καλοκλαδεμένο,
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] γιομάτος
|
→ δείτε τη λέξη γεμάτος |
Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- γιομάτος - Επιτομή του Λεξικού ⌘ Κριαρά της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας (1100-1669). Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, [μονοτονικό σύστημα].
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'μεγάλος' (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λαϊκότροποι όροι (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα ποίησης (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Ζητούμενα λήμματα (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)