γιρλάντα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- γιρλάντα < (άμεσο δάνειο) ιταλική ghirlanda
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]γιρλάντα θηλυκό
- επίμηκες διακοσμητικό πλέγμα από άνθη, φύλλα κ.ά.
γιρλάντα θηλυκό