γκέιλικ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γκέιλικ, (τα) ουδέτερο, άκλιτο [μόνο στον πληθυντικό]
αναγνωρισμένες γλώσσες των βρετανικών νήσων, η γαελική γλωσσική οικογένεια

Συνώνυμα[επεξεργασία]