γκίζα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Γκίζα

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η γκίζα οι γκίζες
      γενική της γκίζας
    αιτιατική την γκίζα τις γκίζες
     κλητική γκίζα γκίζες
Η γενική πληθυντικού σε -ών δεν συνηθίζεται.
όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

γκίζα < αρωμουνική < αλβανική gjizë < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *sr̥djo (τυρόγαλα, ορός γάλακτος)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γκίζα θηλυκό

Υπερώνυμα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]