Μετάβαση στο περιεχόμενο

γκαβίζω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
γκαβίζω < γκαβός + -ίζω

γκαβίζω

  1. είμαι γκαβός
  2. αλληθωρίζω

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]