γκαζάδικο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]γκαζάδικο ουδέτερο
- (οικείο) τάνκερ, πετρελαιοφόρο πλοίο
- ※ 20ός/21ος αιώνας ⌘ Αύγουστος Κορτώ, 1979‑, «Ιδανική μέρα για χαμουρόψαρα», Protagon.gr (9 Ιουνίου 2011)· πρόσβαση: 2023-08-31.
- Οπότε αγόρια, αδράξτε τις κιθάρες σας, και, θερμά παρακαλώ, ξεχάστε πια τον Θεοδωράκη και τον Λοΐζο, τον Παπακωνσταντίνου και το ρημαδοέντεχνο, διότι η μόνη περίπτωση να σου κάτσει πήδουλος με τα καταθλιπτικά του Καββαδία, είναι η γκόμενα να’ χει μόλις ξεμπαρκάρει από γκαζάδικο.
- ※ 20ός/21ος αιώνας ⌘ Αύγουστος Κορτώ, 1979‑, «Ιδανική μέρα για χαμουρόψαρα», Protagon.gr (9 Ιουνίου 2011)· πρόσβαση: 2023-08-31.
- πλοιάριο διανομής καυσίμου
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] γκαζάδικο
|
|
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σίδερο' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -άδικο (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ναυτικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Κορτώ (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)