γκανγκστερικά
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]γκανγκστερικά < γκανγκστερικός
Επίρρημα
[επεξεργασία]γκανγκστερικά
- με τρόπο που θυμίζει γκάνγκστερ
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] γκανγκστερικά
|
|
Κλιτικός τύπος επιθέτου
[επεξεργασία]γκανγκστερικά
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γκανγκστερικό