γκαντέμης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γκαντέμης γκαντέμηδες
γενική γκαντέμη γκαντέμηδων
αιτιατική γκαντέμη γκαντέμηδες
κλητική γκαντέμη γκαντέμηδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γκαντέμης < τουρκική kadem (=καλή τύχη) < περσική قدم (qadam) < αραβική قدم (qadam)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γκαντέμης αρσενικό και καντέμης

  1. αυτός που προκαλεί κακή τύχη στους γύρω του
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: γρουσούζης
  2. αυτός που δεν έχει τύχη, που όλα « του έρχονται στραβά »
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: κακότυχος, άτυχος


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]