γκαρσονιέρα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γκαρσονιέρα γκαρσονιέρες
γενική γκαρσονιέρας
αιτιατική γκαρσονιέρα γκαρσονιέρες
κλητική γκαρσονιέρα γκαρσονιέρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γκαρσονιέρα < γαλλική garçonnière

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γκαρσονιέρα θηλυκό

  1. διαμέρισμα με ένα δωμάτιο, που νοικιάζεται συνήθως σε εργένηδες, φοιτητές, κ.α.
  2. διαμέρισμα, συνήθως μικρό, που διατηρεί κάποιος επειδή τον εξυπηρετεί, παράλληλα με την κύρια κατοικία του
    έδινε την εικόνα του καλού οικογενειάρχη, αλλά είχε και μια γκαρσονιέρα στο κέντρο όπου συναντούσε τις φιλενάδες του

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]