γκαρσόν

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

γκαρσόν < γαλλική garçon

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γκαρσόν ουδέτερο

  1. ο σερβιτόρος

Μεταφράσεις[επεξεργασία]