γκαρσόνι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το γκαρσόνι τα γκαρσόνια
      γενική του γκαρσονιού των γκαρσονιών
    αιτιατική το γκαρσόνι τα γκαρσόνια
     κλητική γκαρσόνι γκαρσόνια
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γκαρσόνι < γαλλική garçon

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γκαρσόνι ουδέτερο, γκαρσόνα θηλυκό

  • σερβιτόρος, αυτός που σερβίρει φαγητό και ποτά στους πελάτες σε εστιατόριο, καφενείο κλπ.
    φωνάξαμε το γκαρσόνι για να μας φέρει να πιούμε

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]