Μετάβαση στο περιεχόμενο

γκαφατζής

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο γκαφατζής οι γκαφατζήδες
      γενική του γκαφατζή των γκαφατζήδων
    αιτιατική τον γκαφατζή τους γκαφατζήδες
     κλητική γκαφατζή γκαφατζήδες
Κατηγορία όπως «μπαλωματής» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
γκαφατζής < γκάφα + -τζής

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
γκαφατζής αρσενικό, γκαφατζού θηλυκό
  • αυτός που διαπράττει ή που περιπίπτει σε λάθη, γκάφες

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]