γκεστάπο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γκεστάπο < Γκεστάπο < γερμανική: Gestapo, συντομογραφία του Geheime Staatspolizei, «μυστική κρατική αστυνομία»: η κρατική μυστική αστυνομία της ναζιστικής Γερμανίας

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

/?/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γκεστάπο (el) θηλυκό, άκλιτο

  • (μεταφορικά) άνθρωπος ή οργανισμός που αποκτά πρόσβαση/ψαχουλεύει προσωπικά ή εταιρικά δεδομένα
    • Η πεθερά μου είναι γκεστάπο. Βρήκε φωτογραφία νεανικής μου γκόμενας και μ' έπρηξε.
    • Ο Λέανδρος είναι γκεστάπο. Χωρίς να είναι επόπτης ψαχουλεύει αρχεία συναδέλφων.