γκιαούρης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γκιαούρης γκιαούρηδες
γενική γκιαούρη γκιαούρηδων
αιτιατική γκιαούρη γκιαούρηδες
κλητική γκιαούρη γκιαούρηδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γκιαούρης < τουρκική gavur < περσική gäur, gäbr, πυρολάτρης

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γκιαούρης αρσενικό (θηλυκό: γκιαούρισσα)

  1. άπιστος
  2. (για τους μωαμεθανούς) υβριστική ονομασία των χριστιανών

Nuvola apps kalzium.png Ταυτόσημο[επεξεργασία]