γκινέα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γκινέα γκινέες
γενική γκινέας γκινεών
αιτιατική γκινέα γκινέες
κλητική γκινέα γκινέες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γκινέα < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γκινέα θηλυκό

  1. παλαιό αγγλικό χρυσό νόμισμα που ισοδυναμούσε με 21 σελίνια

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]