γκλάβα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γκλάβα γκλάβες
γενική γκλάβας
αιτιατική γκλάβα γκλάβες
κλητική γκλάβα γκλάβες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γκλάβα < σλαβική glava (κεφάλι) < πρωτοσλαβική *golva

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γκλάβα θηλυκό

  1. κεφάλι, κρανίο
  2. μυαλό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • λέω/κάνω/πράττω ότι κατεβάσει η γκλάβα μου: για άτομο που δεν έχει αυτοσυγκράτηση και άμεσα ενεργεί χωρίς να επεξεργαστεί αρκετά ένα διανοητικό του ερέθισμα, άτομο με μη επαρκώς λειτουργική προζωστρίδα (πρόσθιος προσαγώγιος φλοιός)
  • κόβει η γκλάβα μου: κόβει το μυαλό μου / το κεφάλι μου

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]