γκλασάρω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]γκλασάρω
- άλλη μορφή του γλασάρω
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] γκλασάρω
|
→ δείτε τη λέξη γλασάρω |