γκούσα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

γκούσα < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γκούσα θηλυκό

  1. ο πρόλοβος των πτηνών

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]