γκρέιντερ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

γκρέιντερ < αγγλική grader

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γκρέιντερ ουδέτερο άκλιτο

  1. τύπος χωματουργικού μηχανήματος που χρησιμοποιείται για ισοπεδωθούν χωμάτινες επιφάνειες

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]