γκρίζο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ουρανός με γκρίζο χρώμα.
     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το γκρίζο τα γκρίζα
      γενική του γκρίζου των γκρίζων
    αιτιατική το γκρίζο τα γκρίζα
     κλητική γκρίζο γκρίζα
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γκρίζο < από το ιταλικό grigio ή από το υστερολατινικό griseus και canus ( και το γκρί από το γαλλικό gris που το ανάγουν στα γερμανικά)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γκρίζο ουδέτερο


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]