γκρίζος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική γκρίζος γκρίζα γκρίζο
γενική γκρίζου γκρίζας γκρίζου
αιτιατική γκρίζο γκρίζα γκρίζο
κλητική γκρίζε γκρίζα γκρίζο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική γκρίζοι γκρίζες γκρίζα
γενική γκρίζων γκρίζων γκρίζων
αιτιατική γκρίζους γκρίζες γκρίζα
κλητική γκρίζοι γκρίζες γκρίζα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

γκρίζος < ιταλική grigio < οξιτανική < φραγκική *gris < πρωτο-γερμανική *grēwaz

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈgɾi.zɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /ˈgɾi.za/ θηλυκό
ΔΦΑ : /ˈgɾi.zɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[]

γκρίζος, -α, -ο

  1. που έχει το χρώμα της στάχτης, ανάμεσα στο μαύρο και το λευκό
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: γκρι, σταχτόχρωμος
  2. (μεταφορικά) που δεν έχει ζωντάνια κι ενδιαφέρον
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: μονότονος, μουντός, πληκτικός
  3. (μεταφορικά) που δεν είναι ξεκάθαρος
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ακαθόριστος
  4. (μεταφορικά) που φέρεται ύποπτα

Εκφράσεις[]

  • γκρίζες ζώνες: γεωγραφικές περιοχές που διεκδικούνται από δύο τουλάχιστον κράτη, χωρίς να είναι σαφές σε ποιο ανήκει η κυριότητά τους, συνήθως λόγω της μείξης των πληθυσμών
    • (συνεκδοχικά) ο ενδιάμεσος χώρος μεταξύ καταστάσεων, όπου είναι δύσκολο να προσδιοριστεί η κατηγοριοποίηση πραγμάτων

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]