γκρίνια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η γκρίνια οι γκρίνιες
      γενική της γκρίνιας
    αιτιατική την γκρίνια τις γκρίνιες
     κλητική γκρίνια γκρίνιες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

γκρίνια < γκρινιάζω + (αναδρομικός σχηματισμός) ή (ιδιωματικό) ιταλική grigna

Ουσιαστικό

γκρίνια θηλυκό

Συνώνυμα

Εκφράσεις

Μεταφράσεις