γκραβούρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η γκραβούρα οι γκραβούρες
      γενική της γκραβούρας των γκραβούρων
    αιτιατική την γκραβούρα τις γκραβούρες
     κλητική γκραβούρα γκραβούρες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

γκραβούρα < γαλλική gravure < graver (χαράσσω) < φραγκικά *graban < πρωτογερμανική *grabaną. Συγγενές με το (αγγλικά) grave

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γκραβούρα θηλυκό

  1. μέθοδος χαρακτικής πάνω σε ένα σκληρό υλικό, συνήθως χρησιμοποιούμενη από καλλιτέχνες.
  2. το έργο τέχνης που παράγεται από την ομώνυμη μέθοδο.
  3. (ηλεκτρονική) η πράξη κατά την οποία αφαιρείται ένα υλικό που καλύπτει ένα σκληρό υπόστρωμα, σύμφωνα με ένα σχέδιο

Μεταφράσεις[επεξεργασία]